Greek English German Russian
Ροδάκινα
Ροδάκινα από τον κάμπο της Πέλλας
Βερύκοκα
Βερύκοκα από τον κάμπο της Πέλλας
Δαμάσκινα
Δαμάσκινα από τον κάμπο της Πέλλας
Λωτοί
Λωτοί από τον κάμπο της Πέλλας
Ακτινίδια
Ακτινίδια από τον κάμπο της Πέλλας

Ακτινίδιο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
 
 

Το ακτινίδιο (ή αλλιώς κίουι) είναι γένος φυτών. Ανήκει στην οικογένεια των Ακτινιδιοειδών και προέρχεται από την Ασία.

Γενικά χαρακτηριστικά

 
Ο καρπός του ακτινιδίου, εξωτερικά χρώματος καφέ και πράσινος στο εσωτερικό.

Το ακτινίδιο είναι θάμνος με άνθη χρώματος κόκκινου ή λευκού. Τα φύλλα του έχουν ωοειδές σχήμα και στο κάτω μέρος τους έχουν χνούδι. Οκαρπός του είναι ράγα και είναι εδώδιμος, με γλυκόξινη γεύση. Το εξωτερικό του μέρος είναι χρώματος καφέ και το εσωτερικό είναι χυμώδες, με πράσινο χρώμα και μικρά σποράκια, χρώματος μαύρου.

Καταγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κίνα θεωρείται επικρατέστερη πατρίδα του ακτινιδίου, από τα αρχαία χρόνια. Το γνωστότερο είδος που καλλιεργείται στην Ελλάδα ονομάζεται Ακτινίδιον το σινικό (Actinidia chinensis). Το φυτό ήταν αυτοφυές στην Κίνα και ταξίδεψε μετά το 19ο αιώνα στη Βρετανία και το 1906 στη Νέα Ζηλανδία. Η ονομασία του όμως κίουι (Kiwi) προέρχεται από το ομώνυμο πτηνό, το οποίο είναι εθνικό σύμβολο της Νέας Ζηλανδίας, όπου ζει αποκλειστικά. Την ονομασία αυτή την πήρε το ακτινίδιο από το φυτοκόμο Hayward Wright (1873-1959), ο οποίος πειραματίστηκε με τα φυτά και κατόρθωσε να δημιουργήσει την ποικιλία που είναι γνωστή σήμερα. Με τη σημερινή μορφή του, το ακτινίδιο καλλιεργείται από το 1950, συγκεκριμένα το είδοςΑκτινίδιο το νόστιμο (Actinidia deliciosa[1].

 

 

Καλλιέργεια

 
Καλλιέργεια Ακτινιδίων

Το φυτό ευδοκιμεί σε γόνιμα και υγρά εδάφη. Η σπορά του φυτού γίνεται κατά την άνοιξη και η συγκομιδή στα μέσα Οκτωβρίου.

Σήμερα το ακτινίδιο καλλιεργείται και στην Ευρώπη (ΓαλλίαΙταλία). Το ακτινίδιο, για να ευδοκιμήσει χρειάζεται περιοχές με ήπιο χειμώνα και θερμό και υγρό καλοκαίρι. Για το λόγο αυτό, στον ελληνικό χώρο καλλιεργείται στην Πιερία, όπου έχει κατοχυρωθεί με ονομασία προέλευσης (ΠΓΕ) από το 2002[2], στην περιοχή του ποταμού Σπερχειού στη Φθιώτιδα όπου έχει κατοχυρωθεί με πιστοποιημένη ονομασία προέλευσης (ΠΟΠ) αλλά και στην Πέλλα, την Ημαθία, το Μεσολόγγι, τα Χανιά, το Ρέθυμνο, την Άρτα, τη Βενιζέλου Σερρών την Πρέβεζα και το Δέλτα Πηνειού (Ομόλιο,Πυργετός,Αιγάνη).

 

Θρεπτική αξία

Ο καρπός του ακτινιδίου είναι πλούσιος σε κάλιομαγνήσιοφώσφορο, φυτικές ίνες και ιχνοστοιχεία. Επίσης, διαθέτει περισσότερη βιταμίνη C σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο φρούτο, αρκεί μόνο να καταναλωθεί αμέσως μετά την κοπή, για να μη χαθούν οι βιταμίνες. Η ύπαρξη πολλών βιταμινών καθιστά το ακτινίδιο ως το καλύτερο μέσο για την άμυνα κατά των μικροβίων. Επίσης, απομακρύνει τον κίνδυνο θρομβώσεων στο κυκλοφορικό σύστημα και διασφαλίζει τη σωστή πέψη και την εύρυθμη λειτουργία του εντέρου. Τέλος, συντελεί στη βελτίωση της όρασης, εξαιτίας του αντιοξειδωτικού λουτεΐνη που περιέχει.

lotoi 2Λωτός (επιστ. ΔιόσπυροςDiospyros) είναι φρούτο του ομώνυμου γένους φυτών που ανήκει στην οικογένεια των Εβενοειδών (Ebenaceae). To γένος αυτό περιλαμβάνει περί τα 200 είδη των τροπικών περιοχών, κυρίως των ανατολικών, καθώς και των εύκρατων. Ευδοκιμούν σε όλα τα εδάφη, προτιμούν όμως τα ηλιόλουστα και ζεστά μέρη. Τα περισσότερα είδη είναι διακοσμητικά με εδώδιμο καρπό και κάποια είδη εξ αυτών παρέχουν πολύτιμοξύλο (έβενος), το οποίο είναι μαύρο και πολύ ανθεκτικό.

Περιγραφή

Πρόκειται για δέντρα ή θάμνους με ακέραια φύλλα και σπανίως αντίθετα. Τα άνθη είναι μονογενή ή διγενή. Οκαρπός είναι σαρκώδης ράγα, χυμώδης με χρώμα ξανθό, πορτοκαλί, κόκκινο ή κυανόμαυρο. Πολλαπλασιάζονται με σπέρματα.

Είδη

Υπάρχουν πολλά είδη και ποικιλίες αυτών, γνωστότερα των οποίων είναι.

    • Διόσπυρος ο κακί (Diospyros kaki). Είναι ιθαγενές της Κορέας και της Ιαπωνίας και τρώγεται υπερώριμος. Στην Ελλάδα καλλιεργείται σε μικρότερη κλίμακα, ιδίως στα Επτάνησα και στην Κρήτη.
    • Διόσπυρος ο βιργινιανός (Diospyros virginiana), ιθαγενής της Βόρειας Αμερικής.
    • Διόσπυρος ο έβενος (Diospyrus ebenum), δασικό δέντρο, ιθαγενές της Σρι Λάνκα, το οποίο είναι ενδιαφέρον για το πολύτιμο ξύλο του, τον έβενο.

Ελληνική χλωρίδα

Ειδικότερα στην ελληνική χλωρίδα απαντώνται 20 είδη με 4 παραλλαγές κυριότερα των οποίων είναι:

    1. "Λωτός ο διανθής", φύεται κυρίως στα λιβάδια της Ηπείρου.
    2. "Λωτός ο τετραγωνόλοβος", φυτό ετήσιο, κηπευτικό και κοσμητικό, φύεται στην Αττική Πελοπόννησο, Κρήτη, Κυκλάδες και Επτάνησα.
    3. "Λωτός ο εδώδιμος", φυτό ετήσιο, φύεται στη Θράκη, Αττική Πελοπόννησο, Κυκλάδες, Κρήτη και Επτάνησα. Είναι γνωστό και με τα ονόματα: γαργαζουλιάγριζελιάκαπισούραμοσχοκερατιά και νερατζούρα. Τα χλωρά σπέρματα του είδους αυτού είναι εδώδιμα.
    4. "Λωτός ο κερατιοφόρος", πολυετές κτηνοτροφικό φυτό που φύεται σ΄ όλη την Ελλάδα, γνωστότερο ως αγριοτριφύλλι.
    5. "Λωτός ο Αιγεύς",lotoi3
    6. "Λωτός ο αλλοδαπός",
    7. "Λωτός ο βιεντεμάννειος",
    8. "Λωτός ο δασύς",
    9. "Λωτός ο διάβρεκτος",
    10. "Λωτός ο ελόβιος",
    11. "Λωτός ο ένυδρος",
    12. "Λωτός ο Θεσσαλός",
    13. "Λωτός ο Κρητικός",
    14. "Λωτός ο κυρτός",
    15. "Λωτός ο κυτισοειδής",
    16. "Λωτός ο ολιγανθής",
    17. "Λωτός ο ορνιθοποδοειδής",
    18. "Λωτός ο πρεαλίειος",
    19. "Λωτός ο ρεκβιένειος", και ο
    20. "Λωτός ο στενούμενος".

Υπάρχει επίσης το γένος Λωτός (Lotus) της οικογένειας Xεδρωπών (Leguminosae), το οποίο περιλαμβάνει ποώδη και τρίφυλλα φυτά.

Εμπορικές ποικιλίες

Οι σημαντικότερες ποικιλίες του φρούτου λωτού που απαντώνται σήμερα στην ελληνική αγορά[1], κατ΄ αλφαβητική σειρά, είναι οι:

    1. Γκόσο (ποικιλία) (Gosho)
    2. Εύρηκα (ποικιλία) (Eureka)
    3. Ιμότο (ποικιλία) (Imoto)
    4. Ίζου (ποικιλία) (Izu)
    5. Ρόγιο Μπριγιάντε (ποικιλία) (Rojo Brillante)
    6. Τάμοπαν (ποικιλία) (Tamopan)
    7. Τανενάσι (ποικιλία) (Tanenashi)
    8. Τζίρο (ποικιλία) (Jiro)
    9. Φούγιου (ποικιλία) (Fuyu), και
    10. Χασίγια (ποικιλία) (Hashiya)

pflaumeΤο δαμάσκηνο είναι ένα φρούτο με γλυκιά γεύση και ωραίο άρωμα. Είναι ο καρπός της δαμασκηνιάς. Ανήκει στο γένος Prunus, μαζί με τα ροδάκινα και τα κορόμηλα.

Έχει σχήμα ωοειδές ή ελλειψοειδές και χρώμα βαθύ μπλε ή μοβ όταν ωριμάσει. Τρώγεται νωπό ως φρούτο, ή αποξηραμένο χωρίς να αλλοιωθούν τα θρεπτικά του συστατικά. Γίνεται μαρμελάδαχυμός και χρησιμοποιείται στη ζαχαροπλαστική. Οι καρποί που προορίζονται για ξήρανση μαζεύονται όταν είναι ώριμοι. Στην συνέχεια τοποθετούνται σε ειδικούς κλιβάνους με θερμοκρασία 65-90 βαθμούς Κελσίου.

Το δαμάσκηνο είναι πλούσιο σε βιταμίνη C. Περιέχει επίσης βιταμίνη Αασβέστιοκυτταρίνη και μαγνήσιο.

Η Κίνα είναι πρώτη στον κόσμο σε παραγωγή δαμάσκηνων. Ακολουθούν η Ρουμανία, οι Η.Π.Α και η Σερβία. Στην Ελλάδα η οργανωμένη καλλιέργεια είναι περιορισμένη και γίνεται κυρίως στο βορειότερο τμήμα της χώρας: στη Θεσσαλία και τη Μακεδονία. Το δαμάσκηνο είναι επίσης χαρακτηριστικό προϊόν της Σκοπέλου.

Ιστορικό

berykoko

Κατάγεται από τη Β. ΚίναΜαντζουρία και Μογγολία και ήρθε στην Ευρώπη από τηνΑρμενία απ΄ όπου πήρε και το όνομά της. Η καλλιέργειά

 της ήταν γνωστή στην Κίνα από το 2.200 π.Χ. και φαίνεται ότι μεταφέρθηκε στην Ελλάδα από τον Μέγα Αλέξανδρο, γιατί δεν αναφέρεται από τον Θεόφραστο (400 π.Χ.).[1] Ο Διοσκουρίδης ανέφερε τα βερίκοκα ως αρμενικά μήλα, λόγω της προέλευσης του φυτού.[2] Στην Κύπρο και στα Δωδεκάνησατο ονομάζουν χρυσόμηλο, ενώ σε άλλα μέρη της Ελλάδος χρησιμοποιούν το όνομα ζαρδελιά.

Ονομασία

Η ονομασία «βερίκοκο» προήλθε πιθανώς από το λατ. praecocia που σημαίνει «πρώιμα», επειδή παρουσιάζει πρώιμη ωρίμανση. Από την ελληνική ονομασία προέρχεται η αραβική berkuk.

Περιγραφή

berikoka2Είναι σαρκώδης, σφαιρικός, με αυλακωτή κοιλιακή ραφή. Ο πυρήνας (κουκούτσι) είναι ξυλώδης και στο εσωτερικό του περιέχει 1-2 σπόρια με πικρή γεύση που μοιάζουν με αμύγδαλα και χρησιμοποιούνται στην φαρμακοποιία.Το σαρκώδες και χυμώδες περικάρπιο είναι εύγευστο, γλυκό και έχει χρώμα πορτοκαλοκίτρινο. Το εξωτερικό του βερίκοκου (φλούδα) είναι λεπτό, συνήθως χνουδωτό και είναι χρώματος κίτρινου με μερικές κόκκινες κηλίδες στη μπροστινή του πλευρά.

Είναι πλούσιο σε βιταμίνη Α. Επίσης περιέχει βιταμίνες C, Β1Β2 και φυσικό σάκχαρο. Επίσης τα βερίκοκα είναι πλούσια σε φυτικές ίνες. Το βερίκοκο καταναλώνεται νωπό ως φρούτο. Επίσης μπορεί να καταναλωθεί και αποξηραμένο, γίνεται μαρμελάδα, κομπόστα, χρησιμοποιείται στη ζαχαροπλαστική και γίνεται λικέρ και χυμός.

Αξιόλογες ελληνικές και και ξένες ποικιλίες

    • Τα υπερπρώιμα της Τίρυνθας, που ωριμάζουν 2-30 Μαϊου,
    • Τα τσαουλιά της Αττικής με μικρό καρπό, που ωριμάζουν τέλη Μαϊου,
    • Τα Μπεμπέκου που ωριμάζουν Ιούνιο-Ιούλιο,
    • Τα Διαμαντοπούλου με μικρό και όχι πολύ γλυκό καρπό. Ποικιλία που δεν δίνει μεγάλη παραγωγή.[3] Είναι εξαιρετικά αρωματικά, αλλά δύσκολα στη μεταφορά τους, αφού είναι αρκετά ευαίσθητα.
    • LUIZET, όψιμη με καρπούς ωειδείς και μεγάλους σε πορτοκαλί χρώμα και σάρκα χυμώδη, αρωματική και γλυκιά.
    • NANCY χρυσοκίτρινη με κόκκινα στίγματα με λεπτή και λειωμένη σάρκα που αργεί να ωριμάσει στις αρχές Αυγούστου.

Τουρκία έχει τη μεγαλύτερη παραγωγή στον κόσμο. Ακολουθούν το Ιράν, το Ουζμπεκιστάν, η Ιταλία, η Αλγερία, τοΠακιστάν, η Γαλλία, το Μαρόκο, η Συρία, η Ισπανία. Η Ελλάδα παράγει πάνω από 45.000 τόνους κατά μέσον όρον ετησίως.

peachesΤο ροδάκινο είναι ο καρπός της ροδακινιάς. Έχει σφαιρικό ή ωοειδές σχήμα , ραφή στη ράχη και χνουδωτή ή λεία φλούδα ανάλογα με τη ποικιλία σε διάφορους χρωματισμούς του κίτρινου , ρόδινου και κόκκινου αλλά και του λευκοκίτρινου (λευκόσαρκη ροδακινιά).

Η σάρκα είναι χυμώδης, αρωματική με γλυκιά και υπόξινη γεύση. Ο πυρήνας του ροδάκινου (κουκούτσι) είναι μεγάλος κόκκινος με πολλές αυλακώσεις και μένει κολλημένος στη σάρκα ή ξεκολλάει εύκολα. Υπάρχουν αρκετά είδη ροδάκινου που έχουν διαφορές στο σχήμα ,στο χρώμα και στη γεύση. Έτσι έχουμε τα νεκταρίνια με τη σκληρή σάρκα, ταλευκόσαρκα ροδάκινα με τη λευκή σκληρή σάρκα και περισσότερη πικρή γεύση από ότι τα ροδάκινα, τους γιαρμάδεςμε τη μαλακή πολύ αρωματική σάρκα και τον πυρήνα να αφαιρείται εύκολα και τα ροδάκινα με τους κόκκινους καρπούς , τα σαγκουίνια.

nektarini

 

Τα επιτραπέζια ροδάκινα και τα νεκταρίνια καταναλώνονται νωπά και μαζεύονται από το δέντρο γύρω στη μία εβδομάδα πριν από τη πλήρη ωρίμανση τους. Έτσι μπορούν να διατηρηθούν γύρω στις 15 ημέρες. Το ροδάκινο είναι αρκετά ευαίσθητο στη ζέστη και αν μείνει εκτός ψυγείου σαπίζει γρήγορα.

Τα ροδάκινα εκτός από νωπά τρώγονται και ως κομπόστα , γίνονται μαρμελάδες χρησιμοποιούνται στη ζαχαροπλαστική , γίνονται λικέρ αναψυκτικά και χυμοί. Η κονσερβοποιία του ροδάκινου είναι πολύ αναπτυγμένη και κονσέρβες ροδάκινου καταναλώνονται σε μεγάλες ποσότητες σε πολλές περιοχές. Το ροδάκινο περιέχει αρκετή ποσότητα βιταμίνης Cζάχαρη και πρωτεΐνες.

Σύμφωνα με στοιχεία του ΦΑΟ για το 2012, η Κίνα είναι πρώτη παγκοσμίως σε παραγωγή ροδάκινων, ακολουθούν η Ιταλία, οι Η.Π.Α με μεγάλες καλλιέργειες στο Τέξας και τη Βιρτζίνια, η Ελλάδα, η Ισπανία , η Τουρκία και το Ιράν.